αηδιάζω
ρήμα1. Νιώθω έντονη φυσική ή ψυχική δυσφορία μπροστά σε κάτι (π.χ. οσμή, γεύση, εικόνα, κατάσταση), συχνά συνοδευόμενη από τάση για έμετο ή επιθυμία άμεσης απομάκρυνσης.
Συνώνυμα
σιχαίνομαι αποστρέφομαι απωθώ απεχθάνομαι ναυτίζομαι μισώ αισθάνομαι ενοχλώ ανατριχιάζω βρωμάω φρίττω αποστρέφω ξενερώνω δυσφορώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αηδιάζω όταν βλέπω σάπια φρούτα.
- Η μυρωδιά του χαλασμένου ψαριού αηδιάζει τους επισκέπτες.
- Με τη διαφθορά στη δημόσια διοίκηση αηδιάζω.
- Οι εικόνες βίας στην τηλεόραση αηδιάζουν πολλούς θεατές.
- Δεν αηδιάζω εύκολα, αλλά αυτή η σκηνή μού προκάλεσε αναγούλα.