κλίνω

ρήμα

1. Κάνω κάτι να στραφεί ή να σκύψει προς μια πλευρά· αλλάζω την κλίση ή τη θέση του σε σχέση με τον άξονα.

2. Κατευθύνω ή προδιαθέτω κάποιον ή κάτι προς ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, κατάσταση ή γνώμη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Φυσικά, κλίνω το κεφάλι μου όταν ακούω προσεκτικά.
  • Στη δημόσια συζήτηση κλίνω προς τη λύση που προστατεύει το περιβάλλον.
  • Στο μάθημα της ελληνικής κλίνω ρήματα για να δείξω τις καταλήξεις.
  • Σε προσωπικά ζητήματα κλίνω προς το ένστικτο παρά στη λογική.
  • Αν κλίνω το τραπέζι λίγο, το ποτήρι κυλάει.

Σχετικά άρθρα