αποκαθιστώ
ρήμα1. Κάνω κάτι να επανέλθει στην προηγούμενη ή επιθυμητή κατάσταση, λειτουργία ή εμφάνιση μετά από φθορά, βλάβη ή αλλοίωση.
Συνώνυμα
επανορθώνω επαναφέρω επανεντάσσω επανεγκαθιστώ επιδιορθώνω επισκευάζω αναστηλώνω ανακαινίζω επανατοποθετώ συντηρώ διορθώνω θεραπεύω αναπλάθω αναζωογονώ ανακτώ ανασύρω αποζημιώνω δικαιώνω τακτοποιώ ξανακάνω αναπληρώνω επανασυνδέω επουλώνω φτιάχνω αθωώνω επιλύω πληρώνω σώζω ξεπληρώνω γιατρεύω ειρηνεύω ξεπαγώνω
Αντώνυμα
καταστρέφω χαλάω διαλύω σπάζω βανδαλίζω καταργώ ακυρώνω εκδιώκω ανατρέπω παραποιώ φθείρω αχρηστεύω διασύρω εξορίζω ισοπεδώνω κακολογώ ξεφτιλίζω παραμορφώνω σακατεύω στιγματίζω τροποποιώ σαμποτάρω υπονομεύω υποσκάπτω παραβιάζω απορρίπτω διαταράσσω αδρανοποιώ ακινητοποιώ αποκόπτω γκρεμίζω διαγράφω καταλογίζω κατεδαφίζω μηδενίζω παραλύω παραπληροφορώ στερώ συντρίβω ταρακουνώ τραυματίζω πειράζω σπάω πληγώνω αλλοιώνω διαβρώνω διαστρέφω ενοχοποιώ εξαντλώ εξευτελίζω κομματιάζω συνθλίβω συκοφαντώ τιμωρώ μαχαιρώνω αναταράσσω αντικαθιστώ επιδεινώνω παραχαράσσω
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ αποκαθιστώ το σπασμένο παράθυρο στο παλιό σπίτι.
- Με κάθε ευκαιρία αποκαθιστώ τη φήμη της συναδέλφου μετά την παρανόηση.
- Μετά την έρευνα αποκαθιστώ τα δικαιώματα των εργαζομένων.
- Με το πρόγραμμα αναδάσωσης αποκαθιστώ το φυσικό τοπίο της περιοχής.
- Με ειλικρινή συζήτηση αποκαθιστώ τις σχέσεις με την αδελφή μου.