επιδεινώνω
ρήμα1. Κάνω κάτι να γίνει χειρότερο ή να υποστεί επιδείνωση.
2. Αυξάνω τη σοβαρότητα ή τη δυσκολία μίας κατάστασης, ενός προβλήματος ή ενός συμπτώματος, επιβαρύνοντας τη δυνατότητα επίλυσής του.
Συνώνυμα
επιτείνω εντείνω χειροτερεύω επιβαρύνω οξύνω κλιμακώνω εμβαθύνω βαθαίνω χαλάω κακοφορμίζω αναζωπυρώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με τις καθυστερήσεις μου επιδεινώνω την κατάσταση για όλους.
- Προσπαθώ να μην επιδεινώνω τα συμπτώματά μου με άγχος και αϋπνία.
- Αν συνεχίσω έτσι, επιδεινώνω την οικονομική μου θέση.
- Φοβάμαι ότι με τις παρεμβάσεις μου επιδεινώνω το πρόβλημα αντί να το λύνω.
- Όταν αγνοώ τα μέτρα προστασίας, επιδεινώνω την εξάπλωση της επιδημίας.