εξευτελίζω
ρήμα1. Προκαλώ σε κάποιον έντονη ντροπή και απώλεια αξιοπρέπειας, παρουσιάζοντάς τον με τρόπο που αναδεικνύει την αδύναμη ή ανάξια κοινωνική ή προσωπική του θέση.
Συνώνυμα
ταπεινώνω ντροπιάζω ξεφτιλίζω διασυρώ ατιμάζω διασύρω εξουθενώνω χλευάζω γελοιοποιώ διαπομπεύω απαξιώνω πληγώνω εκμηδενίζω καταφρονώ προσβάλλω βρίζω εμπαίζω κακολογώ κακομεταχειρίζομαι ξεμπροστιάζω ξεσκίζω στιγματίζω περιπαίζω ειρωνεύομαι τσαλαπατώ υβρίζω υποτιμάω βασανίζω κοροϊδεύω περιφρονώ τιμωρώ υποτιμώ κακοποιώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής δεν θα εξευτελίζει τους μαθητές για τα λάθη τους.
- Η δημόσια κριτική τον εξευτέλισε μπροστά σε όλο το προσωπικό.
- Οι συνεχείς περικοπές μισθών εξευτέλισαν το επάγγελμά του στα μάτια των συναδέλφων.
- Δεν ήθελα να εξευτελίσω την αρχική του ιδέα με ημίμετρα.
- Η ομάδα αισθάνθηκε ότι εξευτελίστηκε μετά τη βαριά ήττα.