αθωώνω
ρήμα1. Δηλώνω ή αποφασίζω ότι ένα πρόσωπο δεν διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, συνήθως ως αποτέλεσμα δικαστικής ή επίσημης εξέτασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δικαστήριο αθώωσε τον κατηγορούμενο μετά από σύντομη δίκη.
- Ο δικηγόρος προσπάθησε να αθωώσει τον πελάτη του με νέα στοιχεία.
- Παρά τις δημόσιες εξηγήσεις, η κοινή γνώμη αρνιόταν να αθωώσει την εταιρεία.
- Τελικά η κατηγορούμενη αθωώθηκε λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων.
- Δεν μπορείς να αθωώσεις κάποιον απλώς επειδή είναι φίλος σου.