συκοφαντώ
ρήμαΑποδίδω σε κάποιον ψευδείς ή δυσφημιστικούς ισχυρισμούς για να βλάψω την τιμή ή την υπόληψή του.
Συνώνυμα
δυσφημώ διαβάλλω δυσφημίζω συκοφαντίζω διασύρω κακολογώ σπιλώνω κατηγορώ πληγώνω κατακρίνω προσβάλλω στιγματίζω βλασφημώ χαλώ λεκιάζω θίγω ταπεινώνω αδικώ γελοιοποιώ ενοχοποιώ εξουθενώνω ξεφτιλίζω προσάπτω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν θέλω να συκοφαντώ κανέναν χωρίς αποδείξεις.
- Η αντίπαλη πλευρά προσπάθησε να με συκοφαντώ δημόσια.
- Αν συκοφαντώ έναν συνάδελφο, μπορεί να βρεθώ σε σοβαρή θέση.
- Κατηγορεί τους άλλους ότι τον συκοφαντώ, αλλά δεν έχει στοιχεία.
- Είναι άδικο να με συκοφαντώ για κάτι που δεν έκανα.