παραπληροφορώ
ρήμα1. Παρέχω ή μεταδίδω ψευδείς, ατελείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, σκοπίμως ή από αμέλεια, με αποτέλεσμα να δημιουργείται λανθασμένη αντίληψη για πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ παραπληροφορώ σκόπιμα όταν θέλω να αποπροσανατολίσω τους αντιπάλους.
- Όταν παραπληροφορώ κατά λάθος, αμέσως διορθώνω τα λάθη.
- Το να παραπληροφορώ κάποιον για τα ιατρικά του θέματα είναι εξαιρετικά επικίνδυνο.
- Φοβάμαι μήπως παραπληροφορώ τα παιδιά με τα παραδείγματά μου.
- Αν παραπληροφορώ το κοινό, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πανικό.