αναστέλλω
ρήμα1. Διακόπτω προσωρινά τη λειτουργία, την εκτέλεση ή τη συνέχεια μιας ενέργειας, διαδικασίας, εργασίας ή συστήματος, ώστε αυτή να μην πραγματοποιείται για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συνεχίζω ενεργοποιώ επανενεργοποιώ προβαίνω συντελώ κάνω διεκπεραιώνω καταλύω επαναφέρω εφαρμόζω εκτελώ επανεκκινώ αποδεσμεύω ξεμπλοκάρω ανανεώνω αναπαράγω διαβιβάζω διευθετώ εγείρω εκκινώ επιταχύνω επιφέρω μεταδίδω οργανώνω πραγματοποιώ προωθώ συμβάλλω χορηγώ χτυπώ αποφασίζω ξεκινώ δρω ετοιμάζω προχωρώ ολοκληρώνω κινώ καθιστώ αναπτύσσω διαδίδω διεξάγω διοργανώνω εγκαθιδρύω οριστικοποιώ προάγω πυροδοτώ υλοποιώ ξεπαγώνω διηγούμαι εκπέμπω κατευθύνω μεταβιβάζω ωθώ παράγω ανακηρύσσω
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα αναστέλλω όλες τις συνεδριάσεις λόγω έκτακτου καιρού.
- Κατόπιν δικαστικής απόφασης, αναστέλλω προσωρινά την εκτέλεση της ποινής.
- Με τη νέα οδηγία, αναστέλλω την έκδοση αδειών μέχρι νεωτέρας.
- Στο εργαστήριο, αναστέλλω την αντίδραση ψύχοντας το μίγμα.
- Σε περίπτωση διαφωνίας, αναστέλλω την πληρωμή μέχρι να διευκρινιστούν οι όροι.
- Λόγω παραβιάσεων, αναστέλλω το συμβόλαιο συνεργασίας με άμεση ισχύ.