αλήθεια
ουσιαστικό1. Συμφωνία μεταξύ μιας δήλωσης ή πεποίθησης και της πραγματικής κατάστασης των πραγμάτων.
2. Γεγονός ή στοιχείο που ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ψέμα ψευτιά ψεύδος ψευδολογία απάτη παραμύθι θρύλος μύθος εξαπάτηση ιστορία εικόνα κόλπο φήμη άποψη μάσκα φάρσα εκδοχή μπούρδα προφητεία ιδέα τέχνασμα αφήγημα δοξασία κοροϊδία μπαρούφα μυθοπλασία πλεκτάνη σφάλμα τεχνάσμα τρικ ψευδαίσθηση ανέκδοτο ανακρίβεια αυταπάτη διαστρέβλωση διαστροφή εικασία εμπαιγμός εφεύρημα ιστοριούλα κατασκεύασμα κοτσάνα μπλόφα μπουρδολογία παπαριά προπαγάνδα ανάλήθεια πλάνη παραπλάνηση παραπληροφόρηση παραποίηση παραισθήση υπόθεση δικαιολογία φαντασία σύμβολο όψη ειρωνεία φαντασίωση αναπαράσταση είδωλο ερμηνεία κουτσομπολιό μάγια παραβολή πρόσοψη σενάριο ανεντιμότητα υποκρισία φούσκα παραχάραξη ψευδομαρτυρία βλακεία σκευωρία
Παραδείγματα χρήσης
- Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα χρόνο χθες.
- Να πω την αλήθεια, φοβήθηκα να μιλήσω.
- Είναι αυτό αλήθεια;
- Η αλήθεια πονάει όταν προδίδεται.
- Η αλήθεια του θέματος αποκαλύφθηκε στο τέλος.