αβέβαιος

επίθετο

1. Που δεν παρέχει βεβαιότητα ή σιγουριά σχετικά με την πραγματική κατάσταση, την πληροφόρηση ή το αποτέλεσμα, και επομένως δεν επιτρέπει ασφαλές συμπέρασμα ή αξιόπιστη πρόβλεψη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν είμαι αβέβαιος για την ημερομηνία της συνάντησης.
  • Η Μαρία ήταν αβέβαιη πριν αποφασίσει αν θα δεχτεί τη δουλειά.
  • Το αποτέλεσμα της δοκιμής παραμένει αβέβαιο.
  • Οι επενδυτές δείχνουν αβέβαιοι για την πορεία της αγοράς.
  • Ο καιρός είναι αβέβαιος και μπορεί να βρέξει ανά πάσα στιγμή.