πνοή
ουσιαστικό1. Αέρας που εξέρχεται ή εισέρχεται από τους πνεύμονες κατά τη λειτουργία της αναπνοής.
2. Ρεύμα αέρα μικρής έντασης που κινείται στον χώρο, είτε λόγω φυσικών συνθηκών είτε λόγω τεχνολογικών μέσων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά το τρέξιμο, προσπαθούσε να πάρει πνοή.
- Μια δροσερή πνοή μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο.
- Η μουσική έδωσε πνοή στην παράσταση.
- Η κανέλα άφησε μια αχνή πνοή στο σπίτι.
- Χάσαμε την πνοή μας όταν είδαμε το θέαμα.