πρωτοπορία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή δραστηριότητα κατά την οποία εισάγονται και εφαρμόζονται νέες ιδέες, μέθοδοι ή κατευθύνσεις που διαμορφώνουν την εξέλιξη ενός τομέα.
Συνώνυμα
καινοτομία νεωτερισμός αβάν-γκαρντ ηγεσία πρόδρομος πρόοδος πρωτοποριασμός προβάδισμα πρωτοβουλία μέτωπο πρωτοκαθεδρία πρωτιά πρωτοτυπία επανάσταση προπορεία πρωτοποριακότητα ρεκόρ ανωτερότητα δημιουργικότητα
Αντώνυμα
οπισθοδρόμηση στασιμότητα συντηρητισμός συντήρηση παραδοσιασμός οπισθοφυλακή παρακμή καθυστέρηση υστέρηση υπανάπτυξη παλινδρόμηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η πρωτοπορία του καλλιτεχνικού κινήματος άλλαξε την αισθητική της εποχής.
- Η εταιρεία διατηρεί την πρωτοπορία στην έρευνα τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης.
- Η νεολαία βρέθηκε στην πρωτοπορία του αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη.
- Ο συνθέτης ανήκε στην πρωτοπορία της σύγχρονης μουσικής.
- Το τάγμα βρέθηκε στην πρωτοπορία της επίθεσης.
- Η πρωτοπορία στην εξυπηρέτηση πελατών κέρδισε την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.