μονοτονία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ποικιλίας, διαφοροποίησης ή ενδιαφέροντος λόγω επανάληψης και ομοιομορφίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μονοτονία της καθημερινότητας με έχει κουράσει.
  • Η φωνή του είχε μονοτονία και πολλοί αποκοιμήθηκαν στην αίθουσα.
  • Η μονοτονία των χρωμάτων στο δωμάτιο έκανε τον χώρο ψυχρό και αδιάφορο.
  • Προσπάθησε να σπάσει τη μονοτονία της ρουτίνας με ένα μικρό ταξίδι.
  • Στο έργο ένιωθα τη μονοτονία των επαναλαμβανόμενων μουσικών θεμάτων.