μονοτονία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ποικιλίας, διαφοροποίησης ή ενδιαφέροντος λόγω επανάληψης και ομοιομορφίας.
Συνώνυμα
μονοτονικότητα ανιαρότητα ανία βαρεμάρα ρουτίνα ομοιομορφία καθημερινότητα επανάληψη επαναληψιμότητα στασιμότητα ομαλότητα ομοιογένεια
Αντώνυμα
ποικιλία ποικιλομορφία περιπέτεια δημιουργικότητα φάσμα εναλλαγή αλλαγή αναζωογόνηση ζωντάνια ενδιαφέρον παραλλαγή πολυμορφία επινοητικότητα εφευρετικότητα τεχνοτροπία μαγεία θέαμα γοητεία κλίμακα πυροτέχνημα ατμόσφαιρα ζωηρότητα μπρίο πρωτοτυπία συναρπασμός διαφοροποίηση ενθουσιασμός κίνηση έκσταση δρώμενο ετερότητα ανομοιογένεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η μονοτονία της καθημερινότητας με έχει κουράσει.
- Η φωνή του είχε μονοτονία και πολλοί αποκοιμήθηκαν στην αίθουσα.
- Η μονοτονία των χρωμάτων στο δωμάτιο έκανε τον χώρο ψυχρό και αδιάφορο.
- Προσπάθησε να σπάσει τη μονοτονία της ρουτίνας με ένα μικρό ταξίδι.
- Στο έργο ένιωθα τη μονοτονία των επαναλαμβανόμενων μουσικών θεμάτων.