δέρνω

ρήμα

1. Κτυπώ επανειλημμένα κάποιον με τα χέρια ή με αντικείμενο, προκαλώντας πόνο ή τραυματισμό.

2. Χτυπώ με μαστίγιο, ράβδο ή άλλο εργαλείο, συχνά για τιμωρία.

3. Αφαιρώ το δέρμα από ζώο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για δέρμα, κρέας ή άλλη επεξεργασία.

Συνώνυμα

χτυπώ βαράω κτυπώ χτυπάω ξυλοκοπώ ξυλοφορτώνω πλακώνω σαπίζω μαστιγώνω ραβδίζω απλώνω χαστουκίζω σφαλιάζω κλωτσώ σφυροκοπώ λιθοβολώ κακοποιώ ξεσκίζω καρπαζώνω μπατσίζω ξεπατώ γδέρνω βασανίζω ξεκάνω κακομεταχειρίζομαι κοπανάω στραγγαλίζω τιμωρώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη συμπλοκή, ο άντρας δέρνει τον αντίπαλό του.
  • Στην ταινία, ο πρωταγωνιστής δέρνεται σε μια σκηνή μάχης.
  • Στο πρωτάθλημα, η ομάδα μας δέρνει την αντίπαλη ομάδα με μεγάλη διαφορά.
  • Τον πείραζαν τόσο πολύ που μια μέρα τον έδερσαν.
  • Μην δέρνεις τα ζώα — είναι βίαιο και παράνομο.