ιός
ουσιαστικό1. Υποκυτταρικός βιολογικός παράγοντας, αποτελούμενος από γενετικό υλικό (RNA ή DNA) περιβαλλόμενο από πρωτεϊνική κάψα, που αναπαράγεται μόνο εντός ζωντανών κυττάρων και μπορεί να προκαλέσει λοίμωξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ιός μεταδίδεται μέσω των σταγονιδίων και προκαλεί πυρετό.
- Ένας ιός στο λογισμικό προκάλεσε την απώλεια δεδομένων.
- Στο εργαστήριο ανιχνεύθηκε ένας ιός στο δείγμα.
- Οι επιστήμονες συνέκριναν το DNA του ιού με γνωστές αλυσίδες.
- Ο φθόνος διαδόθηκε σαν ιός στην ομάδα.