εκμετάλλευση
ουσιαστικό1. Χρήση πόρων, δυνατοτήτων ή ευκαιριών με σκοπό την απόκτηση οφέλους.
2. Κατάχρηση ή άδικη αξιοποίηση ανθρώπων ή καταστάσεων, όπου κάποιος αποκομίζει κέρδος ή πλεονέκτημα εις βάρος άλλων.
Συνώνυμα
αξιοποίηση διαχείριση κακοποίηση κατάχρηση κακομεταχείριση απομύζηση ξεζούμισμα κερδοσκοπία πλιάτσικο λεηλασία φάρμα παρενόχληση καταπίεση χρησιμοποίηση χρήση λειτουργία αφαίμαξη σφετερισμός αποκόμιση καπηλεία εξάντληση κατανάλωση τυραννία υφαρπαγή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκμετάλλευση των εργατών χωρίς δικαιώματα είναι καταδικαστέα.
- Η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων πρέπει να γίνεται με σεβασμό στο περιβάλλον.
- Η εκμετάλλευση του νέου εμπορικού χώρου αύξησε τα έσοδα.
- Η εκμετάλλευση ανηλίκων στο διαδίκτυο είναι σοβαρό έγκλημα.
- Η εκμετάλλευση της ευπάθειας επέτρεψε πρόσβαση στα δεδομένα.
- Χωρίς σωστή εκμετάλλευση, οι πόροι θα σπαταληθούν.