πατέντα
ουσιαστικό1. Νομικό αποκλειστικό δικαίωμα που χορηγείται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για μια νέα τεχνική λύση ή εφεύρεση, το οποίο επιτρέπει την αποκλειστική παραγωγή, χρήση και εμπορική εκμετάλλευση της εφεύρεσης για περιορισμένο χρονικό διάστημα σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία.
Συνώνυμα
ευρεσιτεχνία τρικ κόλπο δίπλωμα εφεύρεση εφεύρημα τεχνάσμα συσκευή μηχανισμός κατασκεύασμα σκαρφισμός τέχνασμα λύση δικαίωμα ιδιοκτησία προστασία κομπίνα προχειρότητα στρατηγική τακτική εξυπνάδα νεωτερισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατέθεσε αίτηση για μια πατέντα που προστατεύει την εφεύρεσή του.
- Έχει μια πατέντα για να ανοίγει καπάκια χωρίς εργαλεία.
- Έφτιαξαν μια πρόχειρη πατέντα για να σταματήσει το νερό να τρέχει από το παράθυρο.
- Χρησιμοποίησαν μια πατέντα για να παρακάμψουν τους κανονισμούς.
- Η πατέντα που παρουσίασε στο εργαστήριο ήταν ένα πρωτότυπο ρομπότ.