ανοσία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση του οργανισμού κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει, αποκρίνεται και εξουδετερώνει ή περιορίζει παθογόνους παράγοντες, μειώνοντας την πιθανότητα ή τη βαρύτητα λοίμωξης.

Συνώνυμα

ασυλία αντίσταση ανθεκτικότητα ανοσοπροστασία ανοσοποίηση αμυντικότητα προστασία θωράκιση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανοσία του οργανισμού βελτιώθηκε μετά τον εμβολιασμό.
  • Επιστήμονες μελετούν πόσο διαρκεί η ανοσία μετά από φυσική λοίμωξη.
  • Όταν μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού αποκτήσει ανοσία, μειώνεται η διάδοση της νόσου.
  • Ο ασθενής δεν ανέπτυξε ανοσία λόγω εξασθενημένου ανοσοποιητικού συστήματος.
  • Δείχνει ανοσία στις επικρίσεις και συνεχίζει αδιάκοπα τη δουλειά του.