κακομεταχείριση
άλλοΕνέργεια ή κατάσταση κατά την οποία κάποιος φέρεται σε άνθρωπο, ζώο ή πράγμα με τρόπο επιβλαβή, σκληρό ή ακατάλληλο, προκαλώντας βλάβη, πόνο ή ταλαιπωρία.
Συνώνυμα
κακοποίηση εκμετάλλευση παραμέληση καταπίεση βασανισμός κακοχρησία παρενόχληση αδικία βιαιότητα βία κακοδιαχείριση εξευτελισμός προσβολή ξυλοδαρμός υβρισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κακομεταχείριση των παιδιών πρέπει να καταγγέλλεται άμεσα.
- Ο οργανισμός κατήγγειλε τη κακομεταχείριση των ζώων στο καταφύγιο.
- Στη δουλειά υπέστη κακομεταχείριση από τον προϊστάμενό του.
- Η κακομεταχείριση εξουσίας έπληξε το ηθικό της ομάδας.
- Η κακομεταχείριση του εξοπλισμού οδήγησε σε σοβαρές βλάβες.