επαιτώ
ρήμα1. Απευθύνομαι σε κάποιον με έντονη ή επίμονη παράκληση για να λάβω βοήθεια, υπηρεσία ή εύνοια, εκδηλώνοντας ανάγκη ή εξάρτηση.
2. Αναζητώ ελεημοσύνη ή οικονομική βοήθεια από άλλους, συχνά με εκδηλώσεις εξάρτησης ή ταπεινωτικής παράκλησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί στον σταθμό επαιτώ λίγα ευρώ για το απογευματινό φαγητό.
- Με δάκρυα στα μάτια επαιτώ συγγνώμη για το λάθος μου.
- Σε ώρα ανάγκης επαιτώ βοήθεια από τους φίλους μου.
- Στο δικαστήριο επαιτώ επιείκεια από το δικαστή.
- Πριν φύγω, επαιτώ την άδεια του προϊσταμένου.