αιτούμαι

ρήμα

Εκδηλώνω επίσημα ή ευγενικά αίτημα προς κάποιον ή προς αρμόδια αρχή προκειμένου να λάβω, να αποκτήσω ή να εξασφαλίσω κάτι, συνήθως με προφορική ή γραπτή διατύπωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα αιτούμαι άδεια από τον διευθυντή για να παραστώ στο ιατρείο.
  • Με την αίτησή μου αιτούμαι οικονομική ενίσχυση για τα φοιτητικά έξοδα.
  • Στο δικαστήριο αιτούμαι την αναίρεση της προηγούμενης απόφασης.
  • Σε προσωπική επιστολή αιτούμαι συγχώρεση και κατανόηση.
  • Για τη θέση εργασίας αιτούμαι να εξεταστώ από την επιτροπή επιλογής.