υπογραμμίζω
ρήμα1. Σημειώνω, τονίζω ή κάνω κάτι να ξεχωρίζει με γραμμή από κάτω ή με ιδιαίτερη έμφαση.
2. Δίνω ιδιαίτερη βαρύτητα σε ένα σημείο, στοιχείο ή μέρος ενός κειμένου, λόγου ή νοήματος.
Συνώνυμα
τονίζω επισημαίνω προβάλλω εξαίρω υποδεικνύω αναδεικνύω υπενθυμίζω σημειώνω ξεχωρίζω φωτίζω θίγω καταδεικνύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θέλω να υπογραμμίζω την άποψή μου με σαφήνεια στις συζητήσεις.
- Ο καθηγητής υπογράμμισε τη σημασία της συνέπειας στην εργασία.
- Το κόκκινο χρώμα υπογραμμίζει τα βασικά σημεία του κειμένου.
- Στην παρουσίασή του, υπογράμμισε τα πλεονεκτήματα της πρότασης.
- Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η ασφάλεια προηγείται όλων.
- Η τελευταία του φράση υπογράμμισε την ανάγκη για άμεση δράση.