αυτοψία
ουσιαστικό1. Επιτόπια εξέταση και παρατήρηση ενός τόπου, αντικειμένου ή συμβάντος από αρμόδιο όργανο ή ερευνητή, με σκοπό τη διαπίστωση των περιστάσεων, την καταγραφή στοιχείων και την εξαγωγή συμπερασμάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ιατροδικαστής διενήργησε αυτοψία στη σκηνή του εγκλήματος.
- Η επιθεώρηση των ζημιών απαιτούσε άμεση αυτοψία από τον μηχανικό.
- Οι αρχές πραγματοποίησαν αυτοψία στον τόπο του ατυχήματος.
- Η δημοσιογράφος έκανε αυτοψία στο κατεστραμμένο χωριό.
- Η έκθεση της αυτοψίας έδειξε ότι οι ζημιές οφείλονταν στην παλαιότητα της κατασκευής.