επιμόρφωση
ουσιαστικό1. Διαδικασία απόκτησης ή βελτίωσης γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων μέσω οργανωμένης εκπαίδευσης ή μαθημάτων, συχνά με στόχο την επαγγελματική ανάπτυξη.
Συνώνυμα
κατάρτιση εκπαίδευση εξειδίκευση μετεκπαίδευση επανεκπαίδευση σεμινάριο μαθητεία εργαστήριο μάθηση ενημέρωση αυτομόρφωση εξάσκηση διαπαιδαγώγηση καλλιέργεια μόρφωση παιδεία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της διδασκαλίας.
- Χρειάζομαι περαιτέρω επιμόρφωση σε ψηφιακά εργαλεία και εφαρμογές.
- Το σεμινάριο προσφέρει επιμόρφωση υψηλού επιπέδου στους συμμετέχοντες.
- Η συνεχής επιμόρφωση συμβάλλει στην επαγγελματική ανέλιξη και την προσαρμογή στις αλλαγές.
- Παρακολούθησαν ηλεκτρονική επιμόρφωση για την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο.