απρονοησία

ουσιαστικό

Έλλειψη πρόβλεψης ή προνοητικότητας απέναντι σε μελλοντικές ανάγκες, κινδύνους ή περιστάσεις, που οδηγεί σε απροετοίμαστη, αμελή ή ανοργάνωτη συμπεριφορά και σε πιθανές αρνητικές συνέπειες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απρονοησία του οδηγού προκάλεσε σοβαρό ατύχημα.
  • Λόγω της απρονοησίας στην αποθήκη, χάθηκαν σημαντικά εφόδια.
  • Δεν ήταν απλά ατυχία, αλλά καθαρή απρονοησία που στοίχισε το έργο.
  • Η διοίκηση απέδωσε την κατάρρευση στην απρονοησία των υπευθύνων.
  • Η απρονοησία στον σχεδιασμό των υποδομών οδηγεί σε μακροχρόνιες συνέπειες.
  • Η απρονοησία απέναντι στην υγεία μπορεί να έχει μοιραία αποτελέσματα.