επίγνωση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο αντιλαμβάνεται και κατανοεί ένα γεγονός, μία κατάσταση ή ένα συναίσθημα, καθώς και τις πιθανές συνέπειες και σχέσεις του με το περιβάλλον.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επίγνωση του κινδύνου τον έκανε να σταματήσει.
  • Απέκτησε μεγαλύτερη επίγνωση των συναισθημάτων του μέσω της ψυχοθεραπείας.
  • Χρειάζεται επίγνωση των συνεπειών πριν λάβουμε αποφάσεις.
  • Η επίγνωση του περιβάλλοντος επέστρεψε σιγά-σιγά μετά το ατύχημα.
  • Η εκπαίδευση αύξησε την επίγνωση για τα περιβαλλοντικά προβλήματα στην κοινότητα.