σκοπιμότητα

άλλο

Η ιδιότητα, η κατάσταση ή ο χαρακτήρας μιας ενέργειας, απόφασης ή επιλογής που αποβλέπει σε συγκεκριμένο στόχο ή εξυπηρετεί κάποιον σκοπό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σκοπιμότητα της πρότασης αμφισβητήθηκε από πολλά μέλη της επιτροπής.
  • Δεν βλέπω σκοπιμότητα να συνεχίσουμε τη συζήτηση χωρίς νέα δεδομένα.
  • Η σκοπιμότητα της ενέργειας ήταν προφανής και όλοι την υποστήριξαν.
  • Αμφισβητήθηκε η σκοπιμότητα της επιβολής της ποινής σε αυτή την περίπτωση.
  • Θα συζητήσουμε τη σκοπιμότητα του σχεδίου στην επόμενη συνεδρία.