εξέταση
ουσιαστικό1. Έλεγχος της σωματικής ή ψυχικής κατάστασης ενός ατόμου από ιατρικό ή υγειονομικό προσωπικό με σκοπό τη διάγνωση, την αξιολόγηση ή την παρακολούθηση της υγείας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξέταση έδειξε ότι δεν υπάρχει λοίμωξη.
- Έχει μεγάλη αγωνία για την προσεχή εξέταση στο μάθημα.
- Κατά την εξέταση των μαρτύρων προέκυψαν αντιφάσεις.
- Η τεχνική εξέταση του αυτοκινήτου διήρκεσε δύο ώρες.
- Η εξέταση των δεδομένων έφερε στο φως σημαντικές τάσεις.