αστοχία
ουσιαστικό1. Μη επιτυχής έκβαση μιας ενέργειας, προσπάθειας ή διαδικασίας, κατά την οποία δεν επιτυγχάνεται το αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
αποτυχία σφάλμα λάθος κατάρρευση γκάφα ατόπημα ελάττωμα παραστράτημα κενό πρόβλημα δυσλειτουργία αναποτελεσματικότητα παρατυπία αμέλεια παρέκκλιση παράλειψη αβλεψία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αστοχία του συστήματος προκάλεσε προσωρινή διακοπή της λειτουργίας.
- Παραδέχτηκε την αστοχία της κρίσης του και ζήτησε συγγνώμη.
- Η ξαφνική αστοχία του κινητήρα ανάγκασε το αεροπλάνο να επιστρέψει.
- Η ομάδα μελέτησε την αστοχία του σχεδίου πριν προχωρήσει σε αλλαγές.
- Στην εκπαίδευση, μια αστοχία μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα ασφάλειας.