έννοια
ουσιαστικό1. Νοητική αναπαράσταση ή σύνολο χαρακτηριστικών που καθορίζει και διαφοροποιεί ένα αντικείμενο ή φαινόμενο μέσα στην ανθρώπινη σκέψη.
2. Το περιεχόμενο που αποδίδεται σε λέξη, σύμβολο ή έκφραση εντός γλωσσικού ή θεωρητικού πλαισίου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η έννοια της ελευθερίας διαφέρει ανάλογα με την κουλτούρα.
- Δεν έχω την έννοια τι συνέβη χθες το βράδυ.
- Μην έχεις έννοια, όλα θα πάνε καλά.
- Στη νομική, η έννοια του αδικήματος ορίζεται από τον νόμο.
- Στη φιλοσοφία, η έννοια της ύπαρξης αποτελεί κεντρικό θέμα.