σύνθεση
ουσιαστικό1. Έργο ή δημιούργημα που προκύπτει από την οργάνωση και ενοποίηση μερών (όπως λέξεων, μελωδιών, χρωμάτων ή ιδεών) σε ένα ολοκληρωμένο καλλιτεχνικό, λογοτεχνικό ή μουσικό σύνολο.
Συνώνυμα
έργο έκθεση σύσταση παρασκευή κείμενο δομή διάταξη διάρθρωση συνδυασμός ένωση συνένωση μίγμα μίξη κομμάτι συναρμολόγηση διαμόρφωση σετ φόρμουλα δημιουργία σύνολο μουσική συρραφή σύμπλεγμα σύνταξη τραγούδι μελωδία κατασκευή συνάθροιση σχηματισμός παραγωγή ενσωμάτωση ιδιοσυγκρασία πάστα συνέργεια φύση εργασία ποιότητα άσμα ανάμειξη ενοποίηση συνολότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σύνθεση του κομματιού ήταν πρωτότυπη και συγκινητική.
- Ο καθηγητής μας ζήτησε να γράψουμε μια σύνθεση για το περιβάλλον.
- Η σύνθεση ενός νέου μορίου απαιτεί ακριβείς τεχνικές και ελέγχους.
- Η σύνθεση της ομάδας επηρέασε την απόδοσή της στον αγώνα.
- Η σύνθεση του πίνακα δείχνει ισορροπία ανάμεσα σε φως και σκιά.