άλμπουμ
ουσιαστικό1. Βιβλίο ή δεσμευμένη συλλογή σελίδων προοριζόμενη για την τοποθέτηση και διατήρηση φωτογραφιών, καρτ-ποστάλ, γραμματοσήμων, αυτοκόλλητων ή αυτογράφων.
2. Σύνολο μουσικών ηχογραφήσεων που κυκλοφορούν ως ενιαίο προϊόν, σε φυσική ή ψηφιακή μορφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το άλμπουμ του συγκροτήματος απέσπασε καλές κριτικές.
- Έβαλε όλες τις παιδικές φωτογραφίες στο άλμπουμ.
- Ο γιος μου συμπλήρωσε το άλμπουμ με τα αυτοκόλλητα ποδοσφαιριστών.
- Ξεφύλλισα το άλμπουμ της γιαγιάς και συγκινήθηκα.
- Αγόρασε δύο άλμπουμ: ένα σε βινύλιο και ένα σε ψηφιακή μορφή.