συνολότητα
άλλοΤο σύνολο όλων των στοιχείων, μερών ή χαρακτηριστικών που συγκροτούν κάτι ως ενιαία ολότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνολότητα των αποδεικτικών στοιχείων ήταν συντριπτική.
- Πρέπει να εξεταστεί η συνολότητα των δεδομένων πριν βγουν συμπεράσματα.
- Η συνολότητα των μελών της ομάδας συμμετείχε στη σύσκεψη.
- Στην τέχνη, η συνολότητα του έργου εντυπωσιάζει περισσότερο από τα μεμονωμένα στοιχεία.
- Η συνολότητα των λύσεων της εξίσωσης δίνεται από την παράσταση.
- Η συνολότητα των εξόδων ξεπέρασε τον προϋπολογισμό.