σύνολο
ουσιαστικό1. Συλλογή διακριτών στοιχείων που θεωρούνται ως μια ενιαία ομάδα βάσει κοινών χαρακτηριστικών ή σχέσης μεταξύ τους.
2. Η ολότητα των στοιχείων ή μερών που συγκροτούν κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
μέρος τμήμα κομμάτι στοιχείο μονάδα μοίρα φάση υπόλοιπο τομέας δείγμα μερίδιο ποσοστό σόλο απόσπασμα εξάρτημα θραύσμα κεφάλαια κλάσμα κόκκος μέρισμα μερίδα πτυχή συνιστώσα συστατικό τεμάχιο τομή υπόλειμμα φέτα απομεινάρι κατάλοιπο υπολείμματα υπομονάδα μέλος άτομο σημείο λεπτομέρεια δόση κεφάλαιο κλάδος κλίκα λωρίδα μερικότητα πλευρά σελίδα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σύνολο των φυσικών αριθμών περιλαμβάνει το μηδέν.
- Το σύνολο της εργασίας παρουσιάστηκε στη συνεδρίαση.
- Αγόρασε ένα σύνολο ρούχων για τη γιορτή.
- Το σύνολο των εξόδων υπερέβη τον προϋπολογισμό.
- Το μουσικό σύνολο έπαιξε χωρίς διακοπή.