μελωδία
ουσιαστικό1. Σειρά μουσικών τόνων ή φθόγγων οργανωμένη σε μελωδικές κινήσεις και διαστήματα, που σχηματίζει αναγνωρίσιμο μουσικό θέμα.
2. Η εκτέλεση ή ο ήχος αυτής της σειράς τόνων σε τραγούδι ή μουσικό κομμάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μελωδία του πιάνου γέμισε την αίθουσα.
- Δεν μπορούσα να βγάλω από το κεφάλι μου τη μελωδία εκείνου του τραγουδιού.
- Η φωνή της είχε μια απαλή μελωδία που καθησύχαζε τα παιδιά.
- Τα πουλιά έδιναν το πρωί τη δική τους μελωδία στο πάρκο.
- Στη σύνθεση, η μελωδία εναλλάσσεται με το αντίστιχο για αντίθεση.