συνετός
επίθετο1. Που ενεργεί ή αποφασίζει με συγκροτημένη, λογική κρίση, ζυγίζοντας προσεκτικά τα οφέλη και τους κινδύνους πριν από τη δράση.
2. Που επιδεικνύει μετριοπάθεια και αυτοσυγκράτηση, αποφεύγοντας υπερβολές, παρορμητικές ή ριψοκίνδυνες συμπεριφορές.
Συνώνυμα
φρόνιμος σωφρός σώφρων μυαλωμένος προσεκτικός ψύχραιμος μετρημένος σοβαρός υπεύθυνος προνοητικός συγκρατημένος συλλογισμένος ισορροπημένος διακριτικός συγκροτημένος σοφός λογικός νηφάλιος εύλογος ορθολογικός προσγειωμένος πρακτικός επιφυλακτικός διορατικός μετριοπαθής ρεαλιστικός διακριτικό ηρεμικός
Αντώνυμα
απερίσκεπτος επιπόλαιος ανεύθυνος ανόητος ελαφρόμυαλος χαζός ηλίθιος μωρός παλαβός τρελός υπερβολικός εξυπνάκιας βλακώδης μαλάκας μανιακός παράφρων ριψοκίνδυνος παρορμητικός απρόσεκτος αμελής ανώριμος τσαπατσούλης άγουρος αφελής βλάκας ορμητικός γελοίος μεθυσμένος εκρηκτικός έξαλλος αλλοπρόσαλλος αναίσχυντος παιχνιδιάρης παράλογος προκλητικός ασυγκράτητος ατίθασος επαναστατικός πελαγωμένος φανατικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας ήταν συνετός και απέτρεψε τα παιδιά από το να κάνουν ριψοκίνδυνες βόλτες.
- Η Μαρία πήρε μια συνετή απόφαση και έβαλε τα χρήματα σε αποταμίευση.
- Είναι συνετό να περιμένουμε λίγες ημέρες πριν πάρουμε οριστική απόφαση.
- Οι συνετοί πολίτες τήρησαν τα μέτρα ασφαλείας.
- Η εταιρεία έκανε ένα συνετό βήμα με σταδιακή επέκταση στην αγορά.