εύλογος
επίθετο1. Που μπορεί να αιτιολογηθεί με βάσιμα επιχειρήματα ή στοιχεία και γίνεται εύκολα αποδεκτό από την κοινή κρίση.
2. Που έχει μέτρο και παρουσιάζει βαθμό, ποσότητα ή απαίτηση σύμφωνη με τα δεδομένα ή το συμφραζόμενο.
Συνώνυμα
λογικός βάσιμος δικαιολογημένος σωστός δίκαιος ορθολογικός συνετός πρόσφορος πειστικός ρεαλιστικός φυσιολογικός επαρκής θεμιτός παραδεκτός πρέπων
Αντώνυμα
παράλογος ανεύλογος αβάσιμος αδικαιολόγητος ατεκμηρίωτος υπερβολικός απρόσφορος ακατάλληλος ασύνετος ασυνάρτητος απίστευτος εσφαλμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Η εύλογη ερώτηση προκάλεσε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.
- Ο καθηγητής έδωσε μια εύλογη εξήγηση για το σφάλμα.
- Το κόστος της επισκευής ήταν εύλογο και αποδεκτό.
- Οι πολίτες είχαν εύλογες αντιρρήσεις για το νέο σχέδιο.
- Ο δικαστής έκρινε ότι υπήρχαν εύλογοι λόγοι για την αναβολή.
- Είναι εύλογο να νιώθεις ανασφάλεια μετά από τέτοιο γεγονός.