ρεαλιστικός
επίθετο1. Που αντανακλά ή βασίζεται στην πραγματικότητα, λαμβάνοντας υπόψη τα αντικειμενικά δεδομένα και τις πραγματικές συνθήκες.
2. Που εκτιμά τις υπαρκτές δυνατότητες και περιορισμούς και διαμορφώνει εκτιμήσεις ή προσδοκίες σύμφωνα με αυτά.
Συνώνυμα
αληθοφανής πραγματιστικός πρακτικός αληθινός ρεαλιστής αντικειμενικός πραγματικός εφικτός πρακτική φωτογραφικός προσγειωμένος λογικός συνετός φυσικός εύλογος
Αντώνυμα
ουτοπικός ιδεαλιστικός σουρρεαλιστικός αφηρητικός ανεφάρμοστος ανέφικτος εξωπραγματικός μαγικός ονειρικός φανταστικός φαντασιακός παραμυθένιος αδιανόητος απίθανος μυστικιστικός παράλογος υπερφυσικός παιδικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η σκηνοθέτιδα επέλεξε μια ρεαλιστική προσέγγιση για την ταινία.
- Ο προγραμματιστής έδωσε έναν ρεαλιστικό προϋπολογισμό για το έργο.
- Το γραφικό αποτέλεσμα ήταν τόσο ρεαλιστικό που νόμιζες πως ήταν φωτογραφία.
- Οι προβλέψεις του οικονομικού επιτελείου είναι ρεαλιστικές, όχι υπεραισιόδοξες.
- Οι συγγραφείς δημιούργησαν ρεαλιστικούς χαρακτήρες με πολύπλοκη ψυχολογία.