πρακτικός

επίθετο

1. Που αφορά ή προτιμά την εφαρμογή και την πράξη αντί για τη θεωρία, με έμφαση στη χρησιμότητα.

2. Που είναι χρήσιμος, βολικός και εύχρηστος στην καθημερινή χρήση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι πολύ πρακτικός άνθρωπος και προτιμά λύσεις χωρίς φλυαρία.
  • Το μάθημα ήταν περισσότερο πρακτικό παρά θεωρητικό.
  • Αυτό το εργαλείο είναι πολύ πρακτικό για καθημερινή χρήση.
  • Έχει μεγάλη πρακτική εμπειρία στο αντικείμενο.
  • Οι πρακτικοί τρόποι που πρότεινες λύνουν το πρόβλημα.