αφελής

επίθετο

1. Που παρουσιάζει έλλειψη εμπειρίας ή επιφυλακτικότητας, τείνει να εμπιστεύεται εύκολα άλλους και να παραβλέπει πιθανές κακοπροαίρετες προθέσεις ή κινδύνους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο νεαρός ήταν αφελής και πίστεψε όλες τις υποσχέσεις του απατεώνα.
  • Η αφελής γυναίκα άνοιξε την πόρτα σε έναν άγνωστο χωρίς δεύτερη σκέψη.
  • Η ιδέα ότι θα επιλύσουμε το θέμα χωρίς σχέδιο ήταν αφελής.
  • Ήμουν αφελής που πίστεψα ότι όλα θα πήγαιναν τέλεια.
  • Όλοι έλεγαν ότι είναι αφελής, αλλά τελικά απέδειξε το αντίθετο.