παράλογος
επίθετο1. Που δεν συμμορφώνεται με τη λογική ή το ορθολογικό σκεπτικό, παρουσιάζει έλλειψη εσωτερικής συνοχής ή συνεπούς αιτιολόγησης.
Συνώνυμα
άλογος αλόγιστος ανορθολογικός αλογικός εξωφρενικός γελοίος τραγελαφικός παράφρων ασύνετος αδιανόητος αυθαίρετος βλακώδης παλαβός ανόητος χαζός κουτός ηλίθιος τραβηγμένος παράδοξος αφελής απίστευτος εξωπραγματικός ανήκουστος άτοπος χαοτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παράλογη συμπεριφορά του με ανησυχεί.
- Το αίτημα ήταν παράλογο και δεν μπορούσαμε να το δεχτούμε.
- Ο αριθμός π είναι παράλογος.
- Στο έργο αναδείχθηκε το παράλογο της καθημερινής ζωής.
- Οι παράλογες απαιτήσεις του προκάλεσαν σύγχυση στην ομάδα.
- Οι παράλογοι φόβοι της δεν είχαν βάση.