μεθυσμένος
επίθετοΠου έχει χάσει προσωρινά τον φυσιολογικό έλεγχο της συμπεριφοράς, της ισορροπίας και της κρίσης λόγω κατανάλωσης αλκοόλ ή άλλων ψυχοδραστικών ουσιών, εμφανίζοντας ζάλη, αποπροσανατολισμό ή δυσκολία στον λόγο.
Συνώνυμα
μέθυσος πιωμένος ανεβασμένος μεθύστης λίωμένος σκοτωμένος φορτωμένος θολωμένος ζαλισμένος τελειωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μεθυσμένος κοιμόταν στο παγκάκι μετά τη γιορτή.
- Η μεθυσμένη φίλη προσπάθησε να μιλήσει αλλά τραυμάτιζε τις λέξεις.
- Το πλήθος ήταν μεθυσμένο από τη νίκη και πανηγύριζε στους δρόμους.
- Οι μεθυσμένοι οδηγοί αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για τους πεζούς.
- Ήταν μεθυσμένος από τον έρωτα και δεν πρόσεχε τίποτα γύρω του.