ριψοκίνδυνος
άλλοΠου αναλαμβάνει ή περιλαμβάνει κίνδυνο, με πιθανότητα να προκύψει ζημιά, αποτυχία ή δυσάρεστη συνέπεια.
Συνώνυμα
παρακινδυνευτικός τολμηρός ατρόμητος παράτολμος θαρραλέος απερίσκεπτος παρορμητικός παρακινδυνεμένος ρίσκομανής επισφαλής επιπόλαιος θρασύς επικίνδυνος τρελός ορμητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ριψοκίνδυνος ορειβάτης ανέβηκε στην επικίνδυνη κορυφή χωρίς σχοινιά.
- Η πρόταση ήταν ριψοκίνδυνη και πολλοί επενδυτές την απέφυγαν.
- Έκανε ένα ριψοκίνδυνο επιχειρηματικό βήμα ανοίγοντας παράρτημα στο εξωτερικό.
- Οι ριψοκίνδυνοι οδηγοί αγωνιστικών αυτοκινήτων συχνά αγνοούν τα μέτρα ασφαλείας.
- Η υπουργός έκανε μια ριψοκίνδυνη δήλωση που προκάλεσε πολιτική θύελλα.