στασιμότητα

ουσιαστικό

Κατάσταση κατά την οποία ένα σύστημα, μια διαδικασία ή μια κοινωνική/οικονομική κατάσταση παραμένει αμετάβλητη για χρονικό διάστημα, χωρίς σημαντική κίνηση, εξέλιξη ή πρόοδο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η στασιμότητα της οικονομίας έχει επιδεινώσει το βιοτικό επίπεδο.
  • Η στασιμότητα στο έργο οφείλεται στην έλλειψη χρηματοδότησης.
  • Η στασιμότητα των διαπραγματεύσεων προκαλεί ανησυχία στους πολίτες.
  • Η στασιμότητα του πληθυσμού απεικονίζει την ισορροπία γεννήσεων και θανάτων.
  • Η στασιμότητα στην προσωπική του εξέλιξη τον απογοήτευσε.