προβάλλω

ρήμα

1. Κάνω ορατή ή εμφανίζω εικόνα, φως, βίντεο ή άλλο οπτικό περιεχόμενο σε επιφάνεια ή χώρο, με τη χρήση οθόνης, προβολέα ή άλλων μέσων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο φεστιβάλ ταινιών σήμερα προβάλλω την ταινία μικρού μήκους μου.
  • Στη συνεδρίαση του συμβουλίου προβάλλω έντονες ενστάσεις για το νέο πρόγραμμα.
  • Στην έκθεση τέχνης προβάλλω τα έργα μου για να τα δουν οι συλλέκτες.
  • Σε κάθε συνέντευξη προβάλλω την εικόνα της εταιρείας ως καινοτόμο.
  • Σε περίπτωση επίθεσης, προβάλλω αντίσταση για να προστατεύσω το προσωπικό.