προβάλλω
ρήμα1. Κάνω ορατή ή εμφανίζω εικόνα, φως, βίντεο ή άλλο οπτικό περιεχόμενο σε επιφάνεια ή χώρο, με τη χρήση οθόνης, προβολέα ή άλλων μέσων.
Συνώνυμα
δείχνω παρουσιάζω εκθέτω εμφανίζω αναδεικνύω μεταδίδω παίζω βγάζω υποστηρίζω αναδύομαι αναρτώ εκπέμπω επιδεικνύω επιχειρηματολογώ θέτω προσκομίζω σηκώνω προτείνω ισχυρίζομαι αντιπροσωπεύω παριστάνω ανεγείρω απεικονίζω διαδίδω διαλαλώ επικαλούμαι προάγω υπογραμμίζω διαφημίζω προωθώ διατυπώνω εκφράζω διεκδικώ αξιώνω διακηρύσσω ανακοινώνω αναπαριστώ δημοσιεύω δημοσιοποιώ εκδηλώνω επαινώ θίγω υποβάλλω φανερώνω προχωράω συστήνω απαιτώ ευνοώ ξεδιπλώνω ξεμυτίζω ξεχωρίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο φεστιβάλ ταινιών σήμερα προβάλλω την ταινία μικρού μήκους μου.
- Στη συνεδρίαση του συμβουλίου προβάλλω έντονες ενστάσεις για το νέο πρόγραμμα.
- Στην έκθεση τέχνης προβάλλω τα έργα μου για να τα δουν οι συλλέκτες.
- Σε κάθε συνέντευξη προβάλλω την εικόνα της εταιρείας ως καινοτόμο.
- Σε περίπτωση επίθεσης, προβάλλω αντίσταση για να προστατεύσω το προσωπικό.