επαινώ
ρήμα1. Εκφράζω θετική αξιολόγηση ή αναγνώριση για τα χαρακτηριστικά, τις πράξεις, τα επιτεύγματα ή την απόδοση κάποιου ή κάποιου αντικειμένου.
2. Δηλώνω δημόσια ή ιδιωτικά εκτίμηση και επιδοκιμασία προς κάποιον, συνήθως με λόγια ή γραπτό σχόλιο.
Συνώνυμα
εκθειάζω εγκωμιάζω εξυμνώ υμνώ επικροτώ επευφημώ επιδοκιμάζω θαυμάζω επιβραβεύω δοξάζω λιβανίζω τιμώ εξυψώνω συγχαίρω λατρεύω ενθαρρύνω αναγνωρίζω προβάλλω
Αντώνυμα
κατακρίνω επικρίνω αποδοκιμάζω ψέγω καταφρονώ θίγω καταγγέλλω προσβάλλω χλευάζω ελέγχω χώνω βρίζω γελοιοποιώ εμπαίζω εξευτελίζω εξουθενώνω κακολογώ κράζω ξεφτιλίζω παραπονιέμαι παρωδίζω κριτικάρω υβρίζω κοροϊδεύω υποτιμώ απαξιώνω επιπλήττω κατηγορώ απορρίπτω εκμηδενίζω καταριέμαι μουρμουρίζω σνομπάρω τιμωρώ υποτιμάω καταδικάζω γκρινιάζω διασύρω ξεσκίζω στιγματίζω περιγελώ διαπομπεύω αποκαλώ μετανιώνω αδικώ
Παραδείγματα χρήσης
- Ως δάσκαλος, επαινώ την προσπάθεια των μαθητών.
- Στον δημόσιο λόγο μου συχνά επαινώ τους εθελοντές για το έργο τους.
- Δεν επαινώ την αδιαφορία, ακόμη κι αν τα αποτελέσματα είναι καλά.
- Μερικές φορές επαινώ περισσότερο την προσπάθεια παρά το τελικό αποτέλεσμα.
- Όταν βλέπω ειλικρινή πρόοδο, επαινώ χωρίς επιφύλαξη.