παραχωρώ

ρήμα

1. Δίνω σε άλλον την κυριότητα, τη χρήση ή το δικαίωμα επί ενός πράγματος, χώρου ή πόρου, είτε προσωρινά είτε οριστικά, συνήθως με συμφωνία ή νομική πράξη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σου παραχωρώ άδεια να φύγεις νωρίτερα σήμερα.
  • Σήμερα παραχωρώ το οικόπεδο στο δήμο για τη δημιουργία ενός πάρκου.
  • Λόγω της κούρασης παραχωρώ τη θέση μου στον συνάδελφο.
  • Στη συνάντηση παραχωρώ πέντε λεπτά στον καθένα για να μιλήσει.
  • Στη διασταύρωση παραχωρώ προτεραιότητα στους πεζούς.