ξεφορτώνω
ρήμα1. Βγάζω φορτίο, εμπορεύματα ή αντικείμενα από όχημα, πλοίο, δοχείο ή χώρο φόρτωσης και τα τοποθετώ εκτός αυτού.
2. Απομακρύνω ή απορρίπτω αντικείμενα, βάρη, ευθύνες ή υποχρεώσεις ώστε να μην αποτελούν πλέον επιβάρυνση για μένα ή για κάτι.
Συνώνυμα
εκφορτώνω αποφορτώνω ξεφορτώνομαι αποφορτίζω αδειάζω κατεβάζω αποβιβάζω απομακρύνω απαλλάσσω διώχνω ξεμπερδεύω ξεκουμπώνω ξεπουλώ πωλώ βγάζω ρίχνω αποδιώχνω ελαφρύνω ξεμπλέκω πετάω εξαφανίζω αποσύρω αποβάλλω αφαιρώ αποθέτω αποπέμπω απωθώ εκκενώνω μεταβιβάζω παρατάω καθαρίζω απολύω αποχωρίζω εκδιώκω εκδιώχνω εκκαθαρίζω εκποιώ εξορίζω εξωθώ μεταπωλώ ξεγράφω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα ξεφορτώνω τα κιβώτια από το φορτηγό στο λιμάνι.
- Κάθε άνοιξη ξεφορτώνω παλιά ρούχα που δεν φοράω πια.
- Συχνά ξεφορτώνω τις ευθύνες μου στον συνάδελφο και μετά νιώθω ενοχές.
- Προσπαθώ να ξεφορτώνω σταδιακά τα χρέη που με επιβαρύνουν.
- Μιλώντας σε έναν φίλο ξεφορτώνω το άγχος που με βαραίνει.