κάλυψη

ουσιαστικό

1. Στρώμα, κάλυμμα ή αντικείμενο που τοποθετείται πάνω σε κάτι για να το προστατεύει, να το κρύβει ή να το κλείνει.

2. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα της κάλυψης, δηλαδή η πράξη του καλύπτειν και το γεγονός ότι κάτι βρίσκεται κάτω από κάλυμμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κάλυψη του ασφαλιστηρίου περιλαμβάνει ζημιές από ατύχημα.
  • Έριξε μια κουβέρτα για να έχει κάλυψη από το κρύο.
  • Η επίσκεψη του πρωθυπουργού είχε μεγάλη κάλυψη στα μέσα ενημέρωσης.
  • Δεν έχω κάλυψη στο κινητό εδώ.
  • Η κάλυψη του εδάφους από φυτά μειώνει τη διάβρωση.