κάλυψη
ουσιαστικό1. Στρώμα, κάλυμμα ή αντικείμενο που τοποθετείται πάνω σε κάτι για να το προστατεύει, να το κρύβει ή να το κλείνει.
2. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα της κάλυψης, δηλαδή η πράξη του καλύπτειν και το γεγονός ότι κάτι βρίσκεται κάτω από κάλυμμα.
Συνώνυμα
κάλυμμα επικάλυψη σκεπάσμα καλυπτήριο δημοσιότητα περίβλημα κέλυφος προστασία προφύλαξη ασφάλεια ασφάλιση στέγη έκταση εμβέλεια ρεπορτάζ μετάδοση κουκούλωμα καπάκι υποστήριξη αποσιώπηση απόκρυψη στήριξη συγκάλυψη αδιαφάνεια αναπλήρωση εξάπλωση θάψιμο καμουφλάζ κρύψιμο μυστικοπάθεια παρασιώπηση πλήρωση εύρος πεδίο περιτύλιγμα ανωνυμία εκπλήρωση εξόφληση μυστικότητα αποπληρωμή θωράκιση καβάτζα
Αντώνυμα
αποκάλυψη έκθεση προβολή εξομολόγηση ανάδειξη ανίχνευση απεικόνιση δείκτης ξεσκέπασμα απογύμνωση σιωπή ανοιχτότητα κενό σημάδι θέα εμφάνιση ανακάλυψη σήμα γνωστοποίηση γυμνότητα δημοσιοποίηση διάκενο σκανάρισμα στέρηση φανέρωση χάραγμα διαλεύκανση εντόπιση θέαση σάρωση χαραγή έλλειψη δημοσίευση εύρεση διάνοιξη εξερεύνηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η κάλυψη του ασφαλιστηρίου περιλαμβάνει ζημιές από ατύχημα.
- Έριξε μια κουβέρτα για να έχει κάλυψη από το κρύο.
- Η επίσκεψη του πρωθυπουργού είχε μεγάλη κάλυψη στα μέσα ενημέρωσης.
- Δεν έχω κάλυψη στο κινητό εδώ.
- Η κάλυψη του εδάφους από φυτά μειώνει τη διάβρωση.